επικριτής

ο (AM ἐπικριτής) [επικρίνω]
νεοελλ.
αυτός που επικρίνει («οι επικριτές τής κυβερνήσεως»)
αρχ.
1. αυτός που αποφασίζει κάτι μετά από έλεγχο
2. (στην Αίγυπτο) ο υπάλληλος που διενεργεί την επίκριση*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπικριτής — adjudicator masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επικριτής — ο αυτός που επικρίνει, που κρίνει με δυσμένεια έργο ή πράξη άλλου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπικριτῇ — ἐπικριτής adjudicator masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπικριτήν — ἐπικριτής adjudicator masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεγκτικός — ή, ό (ΑΜ ἐλεγκτικός, ή, όν) 1. ο ικανός, κατάλληλος ή αρμόδιος να ελέγχει 2. το θηλ. ως ουσ. η ελεγκτική το σύνολο τών μεθόδων και τών αρχών τις οποίες εφαρμόζει ο ελεγκτής για τη διενέργεια τού ελέγχου νεοελλ. φρ. «Ελεγκτικό Συνέδριο» το Ανώτατο …   Dictionary of Greek

  • επικόπτης — ἐπικόπτης, ὁ (Α) 1. χλευαστής, είρωνας 2. επικριτής …   Dictionary of Greek

  • κατήγορος — ο (AM κατήγορος) 1. αυτός που διατυπώνει κατηγορία, που καταγγέλλει αξιόποινη πράξη υποβάλλοντας στις δικαστικές αρχές μήνυση εναντίον τού δράστη, ο μηνυτής, ο ενάγων (α. «οι συκοφαντίες τού κατηγόρου μου έπεσαν στο κενό» β. «φησὶ δὲ ὁ κατήγορος …   Dictionary of Greek

  • τιμητής — Στην αρχαία Ρώμη ονομάζονταν τ. δύο άρχοντες που έκαναν περιοδικά την απογραφή του ρωμαϊκού λαού για φορολογικούς και πολιτικούς σκοπούς. Ο θεσμός του τ. ανάγεται στο έτος 443 π.Χ. Η τιμητεία αποτελούσε το υψηλότερο αξίωμα της ρωμαϊκής πολιτικής… …   Dictionary of Greek

  • ψέκτης — ο, ΝΑ [ψέγω] κατήγορος, επικριτής νεοελλ. φιλοκατήγορος …   Dictionary of Greek

  • Αμφιμένης — (6ος; – 5ος; αι. π.Χ.).Ποιητής από την Κω. Αναφέρεται στον διάλογο Περί ποιητών ή Περί ποιητικής του Αριστοτέλη ως αντίπαλος ή επικριτής του Πινδάρου, δεν είναι όμως εξακριβωμένο αν ήταν σύγχρονος ή μεταγενέστερός του …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.